Έρευνα που ολοκληρώθηκε πρόσφατα
Επιβλέπων: Καθ. Πάνος Πασιαρδής
Η έρευνα στο Δημόσιο Τομέα επικεντρώθηκε στη μελέτη της μεθοδολογίας του πλαισίου αξιολόγησης της Στρατηγικής της Λισσαβόνας και στις αναδιανεμητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης.
Μεθοδολογία του Πλαισίου Αξιολόγησης της Στρατηγικής της Λισσαβόνας: Η περίπτωση της Κύπρου
Ακαδημαϊκός Σύμβουλος: Καθ. Λούης Χριστοφίδης
Η μελέτη αφορά τα αποτελέσματα που προκύπτουν από το Πλαίσιο Αξιολόγησης της Λισσαβόνας (LAF), για την περίπτωση της Κύπρου. Το πλαίσιο αξιολόγησης της Λισσαβόνας είναι ένα εργαλείο, που δημιουργήθηκε από την Ομάδα Εργασίας για τη Μεθοδολογία της Λισσαβόνας της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής (Lisbon Methodology (LIME) Working Group of the Economic Policy Committee (EPC)), με στόχο την αξιολόγηση της προόδου των χωρών μελών σχετικά με τους στόχους της Στρατηγικής της Λισσαβόνας.
Η μελέτη περιγράφεται αναλυτικά στο Δοκίμιο Οικονομικής Πολιτικής:
Αναδιανεμητικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης
Η μελέτη εξετάζει πως η οικονομική κρίση επηρέασε την κατανομή του εισοδήματος στην Κύπρο. Δεδομένης της έλλειψης επαρκών στοιχείων, η μεθοδολογία που χρησιμοποιεί βασίζεται στη συσχέτιση που υπάρχει μεταξύ διαφόρων δεικτών της οικονομίας και της κατανομής του εισοδήματος.
Η μελέτη περιγράφεται αναλυτικά στο Δοκίμιο Οικονομικής Πολιτικής:
Τρέχουσα Έρευνα
Επιβλέπων: Καθ. Πάνος Πασιαρδής
Το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά της φοροδιαφυγής στην Κύπρο
Το Κέντρο Οικονομικών Ερευνών έχει μετρήσει το βαθμό φοροδιαφυγής, από την άμεση φορολογία στην Κύπρο, εισοδημάτων από διάφορες πηγές (μισθωτές υπηρεσίες, αυτοεργοδότηση, ωφελήματα και κεφαλαιουχικά κέρδη κλπ) χρησιμοποιώντας μια ολοκληρωμένη μέθοδο υπολογισμού με τα στοιχεία από την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) για το έτος 2003. Με την ευκαιρία της δημοσιοποίησης των πρόσφατων στοιχείων της ΕΟΠ 2008-2009 οι μετρήσεις θα επαναληφθούν για το έτος 2008 και θα μελετηθεί η διαχρονική εξέλιξη της φοροδιαφυγής στην Κύπρο.
Τα αποτελέσματα της μελέτης μπορούν να χρησιμοποιηθούν από οργανισμούς και υπηρεσίες που χρειάζονται να γνωρίζουν τα πραγματικά εισοδήματα των ατόμων/νοικοκυριών, όμως τα άτομα/νοικοκυριά έχουν κίνητρο να τα αποκρύβουν. Παράδειγμα τέτοιων υπηρεσιών είναι το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, η Υπηρεσία Χορηγιών και Επιδομάτων του Υπουργείου Οικονομικών και οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Aνάλυση των επιδράσεων του δημοσίου βοηθήματος στην προσφορά εργασίας
Σε αυτή τη μελέτη θα αναλυθεί η προσφορά εργασίας, δηλαδή η συμμετοχή στην αγορά εργασίας και οι ώρες εργασίας, των ατόμων που είναι λήπτες δημόσιου βοηθήματος. Στόχος της μελέτης είναι η εξαγωγή συμπερασμάτων πολιτικής για αύξηση της απασχόλησης και της ευημερίας της ευάλωτης αυτής ομάδας του πληθυσμού.
Επίσης, θα μελετηθεί η επίδραση που είχε η μεταρρύθμιση του συστήματος παροχής δημοσίου βοηθήματος το 2006 και τα αποτελέσματα θα συγκριθούν με άλλες εναλλακτικές μεταρρυθμίσεις για αύξηση της ευημερίας των ληπτών δημοσίου βοηθήματος αλλά και την ώθησή τους, όπου αυτό είναι εφικτό και επιθυμητό, προς την αγορά εργασίας. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή απεξάρτησή τους από το δημόσιο βοήθημα και την εξάλειψη του κοινωνικού αποκλεισμού.
Τα αποτελέσματα της μελέτης αναμένεται ότι θα οδηγήσουν σε προτάσεις πολιτικής για αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και των ωρών εργασίας των ληπτών δημόσιου βοηθήματος, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις που έχει μια τέτοια πολιτική στην ευημερία του ατόμου. Συγκεκριμένα, αύξηση της προσφοράς εργασίας σημαίνει μείωση των ωρών ανάπαυσης, κάτι που επιδρά αρνητικά στις περιπτώσεις ατόμων με εξαρτώμενα άτομα, ιδιαίτερα στην περίπτωση των μονογονιών, όπου ο «μισθός αναμονής» (reservation wage) δυνατόν να υπερβαίνει κατά πολύ το μισθό που προσφέρεται στην αγορά εργασίας.
Κόστος και αξία της κρατικής παιδείας
Η κρατική παροχή ιδιωτικών αγαθών παρουσιάζεται στη βιβλιογραφία ως μέσο μετριασμού των αποτυχιών της αγοράς (π.χ. ατελής πληροφόρηση, εξωτερικότητες) και αναδιανομής του εισοδήματος. Η εμπειρική ανάλυση της κρατικής παροχής σε σχέση με την ευημερία του καταναλωτή περιορίζεται σε μελέτες αποτίμησης της προθυμίας του καταναλωτή να πληρώσει για την κρατική παροχή δημόσιων ή ιδιωτικών αγαθών. Η μελέτη αυτή προτείνει ένα μοντέλο που βασίζεται στη θεωρία του καταναλωτή, όπου η χρησιμότητα, σε χρηματικές μονάδες, μπορεί να εκτιμηθεί από τις παραμέτρους ενός συστήματος καταναλωτικής ζήτησης. Με αυτή την προσέγγιση, η αξία για τον καταναλωτή της δωρεάν κρατικής παροχής ιδιωτικών αγαθών – όπως είναι η παιδεία – μπορεί να εκτιμηθεί με τη χρήση στοιχείων από έρευνες οικογενειακών προϋπολογισμών, τα οποία είναι συγκρίσιμα μεταξύ χωρών.
Η μελέτη θα διερευνήσει, επίσης, θέματα αποτελεσματικότητας και ισότητας που σχετίζονται με την ποσότητα και την ποιότητα της κρατικής παιδείας στην Κύπρο. Συγκεκριμένα, θα μελετηθεί πώς κατανέμεται το όφελος από τη δωρεάν παιδεία μεταξύ νοικοκυριών και πώς η υποκατάσταση ή/και συμπλήρωση της κρατικής παιδείας με αγορές από τον ιδιωτικό τομέα (φροντιστήρια) επηρεάζει την ανισότητα στην κατανομή του εισοδήματος. Η μελέτη θα προτείνει μέτρα πολιτικής για περιορισμό της αναποτελεσματικότητας και της ανισότητας.