Τα φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα συνιστούν ένα ποσοτικά και ποιοτικά πολύ σημαντικό μέρος της νεοελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής του 18ου και των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα, το οποίο παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστο, επειδή παραδίδεται κυρίως σε ανέκδοτα ακόμη χειρόγραφα, τα οποία βρίσκονται σήμερα διάσπαρτα στις βιβλιοθήκες της Ελλάδας, της Ρουμανίας, της Τουρκίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας.
Τα φαναριώτικα στιχουργήματα, αν και παραδίδονται συνήθως ανώνυμα και αχρονολόγητα, έχουν γραφτεί από επώνυμους, έλληνες και ελληνόφωνους δημιουργούς, ενώ πολύ συχνά είχαν μελοποιηθεί από επιφανείς μουσικούς. Πρόκειται για μια ποίηση που καλλιεργήθηκε στο φαναριώτικο περιβάλλον (Κωνσταντινούπολη, Βουκουρέστι, Ιάσιο), αλλά βρήκε μεγάλη απήχηση και έξω από τα όρια του, σε μεγάλο μέρος του ελληνικού χώρου και στις παροικίες. Έκανε την εμφάνισή της πριν από το 1750, πιθανώς ήδη κατά την «Εποχή των Τουλιπών», και εκφράζει κυρίως την κοσμοθεωρία και αισθητική του όψιμου Μπαρόκ. Τα μεταγενέστερα «αστικά» (όπως έχει προταθεί να ονομάζονται) στιχουργήματα διέπονται, αντιθέτως, από στοιχεία της κοσμοθεωρίας της αναδυόμενης ελληνικής αστικής τάξης. Καμία από τις δύο κατηγορίες δεν είχε έως τώρα μελετηθεί συστηματικά, παρότι συνδέονται με θεμελιώδη φαινόμενα της μετάβασης της ελληνικής κοινωνίας στη νεωτερικότητα:
Στα ποικίλα κειμενικά τους επίπεδα εγγράφεται ο διάλογος της λογοτεχνίας τόσο με τους λόγους (discours) τους οποίους ανέπτυξαν θρησκευτικά κινήματα της εποχής (Αναβαπτιστές, Κολλυβάδες), όσο και με την νέα επιστημονική γνώση που μεταφερόταν στον ελληνικό κόσμο (κυρίως στα πεδία της ιατρικής και φυσικής). Τα στιχουργήματα αποτυπώνουν έτσι λογοτεχνικά αφενός την αλλαγή παραδείγματος η οποία σημειώνεται κατά την εποχή του Διαφωτισμού και στην ελληνική κοινωνία ως προς τις αντιλήψεις για τον αισθητό κόσμο και τον άνθρωπο (μετάβαση στην κοπερνίκεια αστρονομία / ανάδυση νεωτερικού υποκειμένου), αφετέρου τις ιδεολογικές συγκρούσεις μεταξύ των παραδοσιακών ηγετικών ομάδων και της αναδυόμενης ελληνικής αστικής τάξης. Παράλληλα, τεκμηριώνουν την πορεία της νεοελληνικής ποίησης από την ανώνυμη-συλλογική στην επώνυμη-ατομική καλλιτεχνική δημιουργία, όπως και τη δημιουργική αφομοίωση λογοτεχνικών ερεθισμάτων από ευρωπαϊκούς και ανατολικούς πολιτισμούς. Αποτελούν ένα πεδίο παρατήρησης του περάσματος από τις ελληνικές διαλέκτους σε μια κοινή νεοελληνική και των επιδράσεων του αναδυόμενου εθνικισμού στις γλωσσικές επιλογές των λογοτεχνών, και, τέλος, ένα πεδίο συνάντησης της λογοτεχνίας με τη μουσική.
Τη μελέτη αυτού του πολυσήμαντου ερευνητικού αντικειμένου φιλοδοξεί να προωθήσει το πρόγραμμα «Φαναριώτικα και Αστικά Στιχουργήματα».
*
Το πρόγραμμα αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια της ερευνητικής γραμμής που εγκαινιάστηκε με το διεθνές επιστημονικό συνέδριο «Φαναριώτικα Στιχουργήματα» που είχε διοργανωθεί στη Λευκωσία τον Ιούνιο του 2012 από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, την Ακαδημία Αθηνών και την Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών. Το συνέδριο εκείνο έφερε στο ερευνητικό προσκήνιο το σημαντικό αλλά παραμελημένο σύνολο των ομώνυμων νεοελληνικών κειμένων του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Έναν χρόνο αργότερα, η έκδοση του συλλογικού τόμου Φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα στην εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, στον οποίο συμπεριλήφθηκαν εκτός από τις ανακοινώσεις του συνεδρίου και άλλες μελέτες για το αντικείμενο, προσέφερε μια σειρά από 25 εκτενή άρθρα τα οποία ανέδειξαν τη σημασία των φαναριώτικων στιχουργημάτων για την πολιτισμική ιστορία και για τη λογοτεχνία του Νέου Ελληνισμού, επισήμαναν καίρια ερευνητικά ζητούμενα και εισήγαγαν μια ποικιλία επιστημονικών προσεγγίσεων.[1] Έκτοτε, η έρευνα εμπλουτίστηκε με περαιτέρω σημαντικές εργασίες.[2] Παρά το μεγάλο άλμα που έγινε, η υποδομή της έρευνας, η καταλογογράφηση και μελέτη των χειρόγραφων πηγών, η συγκρότηση ενός σώματος κειμένων και η έκδοσή τους δεν βελτιώθηκε αισθητά, καθώς η δημιουργία της υποδομής αυτής απαιτούσε συλλογική και όχι ατομική εργασία, δηλαδή έρευνα στο πλαίσιο ενός προγράμματος.
Ώθηση για τον σχεδιασμό του ερευνητικού προγράμματος έδωσε η επαναλαμβανόμενη διαπίστωση ότι η πλειονότητα των ερευνητών προσεγγίζει έως τώρα τα φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα μέσα από ένα πολύ μικρό δείγμα τους. Οι πηγές που αξιοποιούνται συνοψίζονται σε ολιγάριθμα έντυπα λογοτεχνικά αφηγήματα τα οποία περιέχουν φαναριώτικα στιχουργήματα και σε τέσσερις εκδόσεις χειρογράφων. Ωστόσο, ακόμη και το πιο πρόχειρο φυλλομέτρημα των έντυπων καταλόγων των ελληνικών χειρογράφων της Βιβλιοθήκης της Ρουμανικής Ακαδημίας, οι οποίοι βρίσκονται στη διάθεση των ερευνητών ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, καθιστά σαφή την ύπαρξη ενός πολύ μεγάλου αριθμού κωδίκων οι οποίοι παραδίδουν φαναριώτικα στιχουργήματα, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι οι λίγες πηγές που αξιοποιεί η έρευνα δεν επαρκούν για μια ενδελεχή και συστηματική μελέτη του είδους.
Δεν πρόκειται απλώς για ένα ποσοτικό ζήτημα. Η μελέτη των χειρογράφων και η συγκρότηση ενός εξαντλητικού ή, τουλάχιστον, αντιπροσωπευτικού σώματος κειμένων αποτελεί προϋπόθεση για οποιαδήποτε άλλη έρευνα. Μόνο μέσω της συγκριτικής μελέτης των χειρογράφων είναι δυνατή η χρονολόγηση και η έκδοση των κειμένων, οι οποίες είναι απαραίτητες για να ανασυσταθεί η ιδεολογική, αισθητική και μορφική εξέλιξή τους και να περιγραφούν τα ποικίλα χαρακτηριστικά τους. Το ερευνητικό πρόγραμμα «Φαναριώτικα και Αστικά Στιχουργήματα» επιχείρησε με τα τρία έργα που παρήγαγε («Κατάλογο», «Ευρετήριο Πρώτων Στίχων», «Ανθολογία») να δημιουργήσει μια εξαντλητική -στον βαθμό του δυνατού- και αξιόπιστη βάση για όλες αυτές τις έρευνες.
Ο «Κατάλογος Πηγών» συνιστά την πρώτη προσπάθεια να εντοπιστούν και να καταγραφούν όλα τα χειρόγραφα και έντυπα τα οποία παραδίδουν φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα. Ενώ οι ολιγάριθμες έντυπες πηγές ήταν γνωστές στην έρευνα, τα πολυάριθμα χειρόγραφα, πλην τεσσάρων που είχαν εκδοθεί διπλωματικά, ήταν άγνωστα και μη αξιοποιημένα, παρότι μεμονωμένοι ερευνητές είχαν ασχοληθεί περιστασιακά με λίγα από αυτά.
Για να εντοπίσει τους κώδικες, το πρόγραμμα αποδελτίωσε 42 (= 14.670 σελίδες) έντυπους καταλόγους χειρογράφων από βιβλιοθήκες της Ελλάδας, της Ρουμανίας, της Γαλλίας, της Τουρκίας και άλλων χωρών. Εντοπίστηκαν έτσι 101 κώδικες από τα τέλη του 18ου ή της αρχές του 19ου αιώνα, οι οποίοι σύμφωνα με τους καταλόγους περιείχαν στιχουργήματα. Καθώς οι κατάλογοι των βιβλιοθηκών δεν χαρακτηρίζουν κατά κανόνα το είδος των στιχουργημάτων που περιέχουν οι κώδικες, στόχος της δεύτερης φάσης του προγράμματος ήταν ο εντοπισμός μεταξύ των παραπάνω πηγών εκείνων που παρέδιδαν φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα. Μετά από μελέτη των 101 κωδίκων, αποκλείστηκαν 46, και ξεχώρισαν 55 των οποίων τα στιχουργήματα ενέπιπταν πράγματι στις κατηγορίες που ενδιέφεραν το πρόγραμμα. Στους περισσότερους από αυτούς τους 55 κώδικες τα στιχουργήματα παραδίδονται μαζί με άλλα κείμενα, συνήθως λογοτεχνικά, ιστορικά ή θρησκευτικά, ή επιστολές. Αρκετοί από τους κώδικες είναι ωστόσο αμιγείς συλλογές στιχουργημάτων.
Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί εδώ, ότι η δυνατότητα αυτοψίας των χειρογράφων υπήρξε περιορισμένη λόγω επιδημίας – πέραν του κινδύνου νόσησης και των περιορισμών στα ταξίδια κατά το 2020, οι δημόσιες βιβλιοθήκες στην Ευρώπη παρέμειναν επί μεγάλο διάστημα κλειστές, και, επιπλέον, οι ρουμανικές βιβλιοθήκες στις οποίες φυλάσσεται η πλειονότητα των χειρόγραφων πηγών του προγράμματος παρέμειναν εκτός λειτουργίας για μεγάλο διάστημα και κατά το 2021. Έτσι, δεν στάθηκε πάντα δυνατόν να συμπεριληφθούν στον «Κατάλογο Πηγών» πληροφορίες για τους κώδικες, οι οποίες μπορούν να συναχθούν μόνο με τη φυσική εξέτασή τους και μάλιστα του συνόλου των φύλλων τους. Το κενό αυτό σχεδιάζουμε ωστόσο να το καλύψουμε έως την έντυπη έκδοση του υλικού του προγράμματος.
Εκτός από χειρόγραφα, το πρόγραμμα αξιοποίησε και 12 έντυπες πηγές, οι οποίες επίσης περιγράφονται στον «Κατάλογο Πηγών». Πρόκειται κυρίως για λογοτεχνικά κείμενα ή ποιητικές του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα στα οποία έχουν ενσωματωθεί φαναριώτικα στιχουργήματα. Από τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης που άρχισαν να εκδίδονται από το 1818 κ.ε. συμπεριλήφθηκαν μόνο η πρώτη, εκείνη του Ζήση Δαούτη (Διάφορα ἠθικὰ καὶ ἀστεῖα στιχουργήματα, Βιέννη 1818), και δύο μεταγενέστερες μουσικές οι οποίες περιέχουν μόνο φαναριώτικα και οθωμανικά τραγούδια η Ευτέρπη (1830) και η Πανδώρα (1843-1846). Ωστόσο, ήδη στην Ευτέρπη διαφαίνονται οι απαρχές της μετάβασης σε ένα άλλο είδος ποίησης: διακρίνεται μια περισσότερο εκκοσμικευμένη κοσμοαντίληψη, ενώ το Μπαρόκ που κυριαρχούσε στα φαναριώτικα στιχουργήματα παραχωρεί πλέον τη θέση του στον Ρομαντισμό. Η επιλογή του ερευνητικού προγράμματος να θέσει ως χρονικό όριό του τις τρεις παραπάνω ανθολογίες συνδέεται και με το γεγονός ότι για την έρευνα της επιβίωσης των φαναριώτικων στιχουργημάτων στον 19ο αιώνα διαθέτουμε ένα εξαιρετικό εργαλείο, το Παρουσιολόγιο Νεοελληνικής Ποίησης, 1800-1880 (Ρέθυμνο 2020) που μας έχει προσφέρει ο Αλέξης Πολίτης. Στο Παρουσιολόγιο καταλογογραφούνται και οι ανθολογίες του 19ου αιώνα και αποδελτιώνονται τα περιεχόμενά τους.[3]
Μετά τον εντοπισμό των χειρόγραφων και έντυπων πηγών που περιέχουν πράγματι φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα, ξεκίνησε η δεύτερη φάση του ερευνητικού προγράμματος με στόχο τη δημιουργία μιας ψηφιακής βιβλιοθήκης με αντίγραφα όλων σχεδόν των πηγών. Αυτή αποτέλεσε το βασικό εργαλείο για να μελετήσουμε το περιεχόμενο των πηγών, να ευρετηριάσουμε τα στιχουργήματα και να μεταγράψουμε το μεγαλύτερο μέρος τους. Τα κείμενα που εντοπίσαμε ανήκουν στην πλειονότητά τους στην κατηγορία των φαναριώτικων στιχουργημάτων, ενώ λίγα είναι αυτά που συγκαταλέγονται σε εκείνα που θα μπορούσαν να ονομαστούν αστικά στιχουργήματα.
Το «Ευρετήριο Πρώτων Στίχων» είχε ως βάση το αντίστοιχο εκτενές ευρετήριο που είχε εκδοθεί στον συλλογικό τόμο Φαναριώτικα και Αστικά Στιχουργήματα.[4] Ωστόσο, για την κατάρτιση του «Ευρετηρίου» του προγράμματος ελέγχθηκαν ξανά όλα τα παλαιότερα ευρετήρια με βάση τις πηγές. Σε αυτά προστέθηκαν τα ευρετήρια των πηγών που δεν είχαν ποτέ έως τώρα ευρετηριαστεί, δηλαδή 36 χειρογράφων και 2 εντύπων.
Το «Ευρετήριο» περιέχει εκτός από αμιγή ελληνικά στιχουργήματα και τα δίγλωσσα στιχουργήματα που απαντούν στις πηγές που ερευνήσαμε. Πρόκειται για κείμενα που έχουν καταγραφεί με το ελληνικό αλφάβητο και των οποίων οι στίχοι είναι στα ελληνικά και σε κάποια άλλη γλώσσα, συνήθως στα τουρκικά, σπανιότερα στα οθωμανικά, περσικά, ή αραβικά, στα ρουμανικά και γαλλικά. Η συνύπαρξη αυτή αποτυπώνει την πολυπολιτισμικότητα του κοινωνικού περιβάλλοντος το οποίο δημιούργησε τα φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα και είναι ενδεικτική για τη συγκρότηση της διακειμενικότητάς τους. Στις περιπτώσεις δίγλωσσων κειμένων έχει ευρετηριαστεί ο πρώτος ελληνικός στίχος. Στις πηγές μας απαντούν επίσης αμιγή καραμανλίδικα στιχουργήματα. Η μεταγραφή τους και μάλιστα στο αλφάβητο της εκάστοτε γλώσσας (τουρκικής, οθωμανικής, αραβικής ή περσικής) θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μιας περαιτέρω, πολύ ενδιαφέρουσας έρευνας. Το ερευνητικό πρόγραμμά μας περιορίστηκε στο να καταρτίσει έναν κατάλογο στον οποίο εμφανίζονται οι κώδικες στους οποίους απαντούν αμιγή καραμανλίδικα στιχουργήματα και τα φύλλα ή οι σελίδες, όπου βρίσκονται.
Ο μεγάλος αριθμός νέων πηγών που αξιοποίησε το πρόγραμμα, μας έδωσε τη δυνατότητα να συγκροτήσουμε ένα κατά πολύ εκτένεστερο «Ευρετήριο Πρώτων Στίχων», το οποίο εντοπίζει ένα μεγάλο αριθμό νέων κειμένων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το «Ευρετήριο» μαζί με την «Ανθολογία Φαναριώτικων και Αστικών Στιχουργημάτων» ανοίγει τον δρόμο, μεταξύ άλλων, και για τη συγκριτική μελέτη και χρονολόγηση των πηγών. Η έρευνα διαθέτει χάρη σε αυτό ένα πολύτιμο εργαλείο για την επίλυση ζητημάτων πατρότητας και χρονολόγησης ή ποικίλων εκδοτικών προβλημάτων, λ.χ. ερωτημάτων για τη γλώσσα (π.χ. διάλεκτος καταγωγής στιχουργού ή γραφέα) ή μετρικών ζητημάτων (π.χ. σε περιπτώσεις φθοράς κατά την παράδοση του κειμένου).
Η «Ανθολογία Φαναριώτικων και Αστικών Στιχουργημάτων», το τρίτο έργο υποδομής που παρήχθη μέσα από το πρόγραμμα, συνιστά την πρώτη ανθολογία αυτών των ποιητικών κειμένων. Ταυτόχρονα, αποτελεί για τα περισσότερα στιχουργήματα που περιέχει την πρώτη φιλολογική έκδοσή τους.[5] Η «Ανθολογία» καθιστά προσιτό έναν πολύ μεγάλο αριθμό στιχουργημάτων που δεν λαμβάνονταν υπόψη από τους ερευνητές, είτε λόγω των δυσχερειών που παρουσιάζει συχνά η πρόσβαση στους κώδικες, είτε λόγω της έλλειψης εξοικείωσης με τις χειρόγραφες πηγές. Η «Ανθολογία» θέτει στη διάθεση της έρευνας ένα σύνολο κειμένων το οποίο αντιπροσωπεύει ποσοτικά, ποιοτικά και χρονικά ολόκληρη τη σχετική παραγωγή και επιτρέπει συνεπώς τη συναγωγή ασφαλών ή ασφαλέστερων συμπερασμάτων.
Η «Ανθολογία Φαναριώτικων και Αστικών Στιχουργημάτων» περιέχει γύρω στα 530 κείμενα, τα μισά περίπου από τα φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα που εντοπίσαμε στις πηγές που εξετάσαμε. Στόχος μας ωστόσο είναι να συνεχίσουμε την έρευνα και μετά την επίσημη λήξη του χρηματοδοτούμενου προγράμματος και να συγκροτήσουμε εντός των επομένων δύο ετών ένα «Corpus» το οποίο θα περιέχει σχολιασμένα όλα πλέον τα φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα που εντοπίσαμε στις πηγές που επεξεργαστήκαμε. Το «Corpus» θα δημοσιευτεί έντυπα και η δημοσίευση αυτή είναι ο λόγος για τον οποίο δεν αναρτήθηκε στο διαδίκτυο ο σχολιασμός που συνοδεύει τα κείμενα της «Ανθολογίας», ούτε και οι παραπομπές στις πηγές, οι οποίες υπάρχουν στην «Ανθολογία» και στο «Ευρετήριο».
[1] Το συνέδριο με τον τίτλο «Φαναριώτικα Στιχουργήματα» πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία από τις 7 έως τις 9 Ιουνίου 2012. Ο συλλογικός τόμος είναι ο ακόλουθος: Ίλια Χατζηπαναγιώτη-Sangmeister / Χαρίτων Καρανάσιος / Matthias Kappler / Χαράλαμπος Χοτζάκογλου (επιμ.), Φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα της εποχής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών / Κέντρον Ερεύνης Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού, 2013.
[2] Για λόγους συντομίας περιορίζουμε εδώ στο ελάχιστο τις βιβλιογραφικές παραπομπές. Οι σημαντικότερες συμβολές στην έρευνα, όπως οι παλαιότερες των Κ. Θ. Δημαρά, Λ. Βρανούση, Π. Πίστα, Γ. Σαββίδη, Α. Φραντζή, κ.ά., ή οι νεότερες των Ν. Δεληγιαννάκη και P. Mackridge, Μ. Ρουτζάκη, Α. Τσακιρίδου κ.ά., καταγράφονται στη σελίδα «Πηγές/Βιβλιογραφία», στην υποκατηγορία «Εγχειρίδια-Μελέτες».
[3] Διαθέσιμο μόνο σε ηλεκτρονική μορφή στην πλατφόρμα «Ανέμη» του Πανεπιστημίου Κρήτης:
[4] Ι. Χατζηπαναγιώτη-Sangmeister / Μ. Ιωάννου / Χ. Καρανάσιος / M. Kappler, «Ευρετήριο Πρώτων Στίχων. Ποιήματα και άσματα σε έντυπες και χειρόγραφες πηγές της εποχής του νεοελληνικού Διαφωτισμού», στο: Χατζηπαναγιώτη-Sangmeister / Καρανάσιος / Kappler / Χοτζάκογλου (επιμ.), Φαναριώτικα και αστικά στιχουργήματα, 489-543.
[5] Εξαίρεση αποτελούν τα στιχουργήματα τα οποία περιέχονται στα Διάφορα ηθικά και αστεία στιχουργήματα (1818) του Ζήση Δαούτη και στο Έρωτος Αποτελέσματα (1792), τα οποία εκδόθηκαν από την Άντεια Φραντζή τα πρώτα και από τη Ναταλία Δεληγιαννάκη τα δεύτερα. Βλ. Μισμαγιά. Ανθολόγιο φαναριώτικης ποίησης κατά την έκδοση Ζήση Δαούτη (1818), επιμ. Άντεια Φραντζή, Αθήνα: Εστία, 1993, και Έρωτος Αποτελέσματα (1792). Τα στιχουργήματα, επιμ. Ναταλία Δεληγιαννάκη – Peter Mackridge, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2018.
Last Updated on 3 Δεκεμβρίου, 2022

