
Γενικά Στοιχεία
Ο σχεδιασμός των Νέων Κτηριακών Εγκαταστάσεων της Πολυτεχνικής Σχολής ήταν αποτέλεσμα διεθνούς Αρχιτεκτονικού Διαγωνισμού, που διεξήχθη το 2010. Από τις 18 συνολικά συμμετοχές, προερχόμενες από πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, το 1ο βραβείο απονεμήθηκε στην πρόταση της Ομάδας Αρχιτεκτόνων:
- Χρύσανθος Η. Χρυσάνθου και συνεργάτες (Κύπρος)
- Ηρακλής Παπαχρίστου αρχιτέκτονες (Κύπρος)
- Αναστ. Μ. Κωτσιόπουλος και συνεργάτες αρχιτέκτονες (Ελλάδα)
Η μελετητική ομάδα του 1ου βραβείου εκπόνησε τα σχέδια εφαρμογής και ανέλαβε την επίβλεψη της κατασκευής του έργου. Οι Νέες Κτηριακές Εγκαταστάσεις της Πολυτεχνικής Σχολής στην Πανεπιστημιούπολη αποτελούν για το Πανεπιστήμιο Κύπρου έναν σημαντικό επιστημονικό και τεχνολογικό πνεύμονα, εφάμιλλο σύγχρονων ερευνητικών οργανισμών, ιδιαίτερα στο πεδίο των καινοτόμων και εφαρμοσμένων τεχνολογιών αιχμής.
Οι κατασκευαστικές εργασίες ανέγερσης του κτηριακού συγκροτήματος ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2016 και ολοκληρώθηκαν τον Ιούνιο του 2025. Το κτηριακό συγκρότημα στεγάζει τα Τμήματα Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος (ΠΜΜΠ), Μηχανικών Μηχανολογίας και Κατασκευαστικής (ΜΜΚ) και Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών (ΗΜΜΥ), καθώς και την Κοσμητεία της Σχολής.
Η συνθετική ιδέα του συγκροτήματος διέπεται από την πρόθεση σαφούς αποτύπωσης στον χώρο της ταυτότητας καθενός από τα τρία Τμήματα. Για τον λόγο αυτό, η καθ’ ύψος ανάπτυξη εξελίσσεται σε τρεις πύργους που αναδεικνύονται στο γήπεδο, με θέα προς το ύψωμα του Άρωνα, που δεσπόζει στην περιοχή. Παράλληλα, τόσο οι αισθητικές όσο και οι δομικές επιλογές της πρότασης συνθέτουν ένα δυναμικό χωρικό σημείο αναφοράς, το οποίο προβάλλει με σαφή τρόπο το πολυδιάστατο και καινοτόμο έργο, ιδιαίτερα το ερευνητικό, που χαρακτηρίζει τον ακαδημαϊκό προσανατολισμό των τριών Τμημάτων.
Ο επισκέπτης της Πανεπιστημιούπολης αντιλαμβάνεται τα τρία Ακαδημαϊκά Τμήματα ως αυτόνομες αλλά οργανικά συνδεδεμένες μονάδες ενός τολμηρού και ευέλικτου κτηριακού πλέγματος, με σύγχρονο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο, που στεγάζει, διευκολύνει και αναδεικνύει τα επιστημονικά δρώμενα της Πολυτεχνικής Σχολής. Η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, σε συνδυασμό με τη σε βάθος αξιοποίηση των παραμέτρων ενεργειακής απόδοσης, εκφράζεται και στον χώρο μέσα από την έντεχνη στέγαση του κεντρικού αύλειου χώρου με επάλληλα ενεργειακά πτερύγια – φορείς φωτοβολταϊκών πάνελ. Παράλληλα, στο συγκρότημα έχουν ενσωματωθεί προηγμένα γεωθερμικά συστήματα, αξιοποιώντας τόσο το ενεργειακό φορτίο του υπεδάφους όσο και τον υδροφόρο ορίζοντα της Πανεπιστημιούπολης.
Η ολοκλήρωση των Νέων Κτηριακών Εγκαταστάσεων εμπλουτίζει την Πανεπιστημιούπολη με ένα κτήριο-τοπόσημο και αποτελεί σημαντικό ορόσημο για τη διεύρυνση της ερευνητικής δραστηριότητας της Πολυτεχνικής Σχολής και, κατ’ επέκταση, του Πανεπιστημίου Κύπρου σε νέα επιστημονικά πεδία.
Περιγραφή Έργου/Χρήσεις
Η οργάνωση των σύγχρονων πανεπιστημίων έχει διαφοροποιηθεί ουσιαστικά σε σχέση με την κρατούσα αντίληψη της δεκαετίας του ’60, μετακινούμενη από την ιδέα του campus–μηχανή με τα όμοια και απρόσωπα κτήρια προς την αντίληψη ότι ένα πανεπιστήμιο αποτελεί σύνολο επώνυμων και σημαντικών κτηρίων. Στην περίπτωση της Πανεπιστημιούπολης στην περιοχή Αθαλάσσας, ο συνδετήριος ιστός εκφράζεται μέσω του λεγόμενου belvedere, ενός κεντρικού πεζοδρόμου από τον οποίο εξαρτώνται οι λειτουργικά και μορφολογικά αυτόνομες κτηριακές μονάδες του Πανεπιστημίου. Η Πολυτεχνική Σχολή, σχεδιασμένη με βάση το κτηριολογικό της πρόγραμμα, λειτουργεί ως ένα campus σε μικρογραφία μέσα σε ένα μεγαλύτερο σύνολο, διατηρώντας τον δικό της υβριδικό χαρακτήρα: αποτελείται αφενός από τρεις σχετικά όμοιες μεταξύ τους ακαδημαϊκές μονάδες, δηλαδή τα Τμήματα, που στεγάζονται σε τυποποιημένες πτέρυγες, και αφετέρου από μια κεντρική ζώνη ελεύθερης γεωμετρίας, που περιλαμβάνει κυρίως κοινόχρηστες λειτουργίες και τη διοίκηση της Σχολής.
Στην Πολυτεχνική Σχολή στεγάζονται τα Τμήματα Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος (ΠΜΜΠ), Μηχανικών Μηχανολογίας και Κατασκευαστικής (ΜΜΚ) και Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών (ΗΜΜΥ), με πρόβλεψη για μελλοντική επέκταση. Τα Τμήματα αυτά καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ερευνητικών πεδίων, όπως η στατική και δυναμική των κατασκευών, η υδραυλική, η ρομποτική, η νανοτεχνολογία, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τα ευφυή συστήματα και η περιβαλλοντική έρευνα, ενώ στο συγκρότημα στεγάζονται επίσης ερευνητικά κέντρα του Πανεπιστημίου με σημαντική διεθνή δραστηριότητα.
Το σύνολο των χώρων των Τμημάτων οργανώνεται σε σύστημα πτερύγων σε πολλαπλές στάθμες. Στις στάθμες αυτές εντάσσονται τα περισσότερα ερευνητικά εργαστήρια, οι αυλές μεταξύ των πτερύγων, η πλειονότητα των χώρων των μεταπτυχιακών φοιτητών, διδακτικά εργαστήρια και λοιποί χώροι διδασκαλίας, χώροι υποδοχής και διοίκησης των Τμημάτων, καθώς και τα γραφεία των διδασκόντων. Οι πτέρυγες συγκροτούν ένα ορθογωνικό σύστημα σε κάναβο περίπου 10 x 10 μ., οργανωμένο με τρόπο που επιτρέπει τον βέλτιστο προσανατολισμό προς βορρά και νότο και την προσαρμογή του συγκροτήματος στην υψομετρική διαφορά του οικοπέδου. Το σύστημα κανάβου, ως επαναληπτική μονάδα, και οι εσωτερικοί διαχωρισμοί με ελαφρά υλικά διευκολύνουν μελλοντικές αναπροσαρμογές, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για ένα εκπαιδευτικό και ερευνητικό κτηριακό συγκρότημα.
Οι χώροι των γραφείων των διδασκόντων συγκροτούν τρεις αναγνωρίσιμους όγκους, έναν για κάθε Τμήμα. Οι όγκοι αυτοί απελευθερώνονται γεωμετρικά ώστε να διεισδύουν στην κεντρική ζώνη του συγκροτήματος, διαμορφώνοντας παράλληλα τις εισόδους των τριών Τμημάτων στο επίπεδο της κύριας ημιυπαίθριας κίνησης των πεζών. Στην κεντρική ζώνη εντάσσεται η ημιυπαίθρια κίνηση των πεζών από το belvedere μέχρι τη μεγάλη ράμπα στο νότιο τμήμα της. Το επίπεδο αυτό επικοινωνεί με τα δώματα των πτερύγων, ώστε να καθίσταται βατό το σύνολο του συγκροτήματος, ενώ παραμένουν ευδιάκριτες οι είσοδοι και οι χώροι υποδοχής και διοίκησης των Τμημάτων.
Σε χαμηλότερη στάθμη αναπτύσσεται η κύρια στεγασμένη κίνηση των πεζών, που συνδέει με κλειστό δημόσιο χώρο όλα τα Τμήματα. Στον ίδιο αυτό χώρο φιλοξενούνται κοινόχρηστες λειτουργίες, αίθουσες σεμιναρίων και άλλοι υποστηρικτικοί χώροι, σε εναλλαγή με επιφάνειες πρασίνου. Στην κεντρική ζώνη στεγάζονται επίσης οι χώροι διοίκησης της Σχολής, οι οποίοι συγκροτούν ένα ευδιάκριτο γεωμετρικό μόρφωμα με χαρακτηριστική ξύλινη επένδυση, καθώς και βοηθητικοί χώροι ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων και χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων.
Κεντρικό χαρακτηριστικό της ζώνης αυτής είναι ότι καλύπτεται στο σύνολό της από έναν ενιαίο «φλοιό», ο οποίος ελέγχει με φυσικό τρόπο το μικροκλίμα της περιοχής. Ο φλοιός αυτός, που έχει αποκληθεί από τους μελετητές “climo” (από τις λέξεις climatic modifier), αποτελείται από μεγάλες περσίδες σε ύψος περίπου 12 μ. από το δάπεδο της πλατείας. Οι περσίδες αυτές επιτρέπουν τον σκιασμό των διαφόρων περιοχών του κεντρικού δημόσιου χώρου και την απαγωγή του θερμού αέρα. Εκτός από μετατροπέας του κλίματος, ο φλοιός αυτός λειτουργεί και ως ενεργειακός συλλέκτης μέσω της ενσωμάτωσης φωτοβολταϊκών στοιχείων. Παράλληλα με τη βιοκλιματική του αξία, το “climo” διαμορφώνει και μια ιδιαίτερη χωρική εμπειρία για τον χρήστη, καθώς οι εποχιακές εναλλαγές φωτός και σκιάς επηρεάζουν τη χρήση, την κίνηση και τη στάση στον δημόσιο αυτό χώρο.
Το σύνολο του συγκροτήματος στηρίζεται σε φέροντα οργανισμό οπλισμένου σκυροδέματος και, σε ορισμένες κτηριακές μονάδες, σε μεικτό σύστημα σκυροδέματος και μεταλλικού φορέα. Οι πλάκες θεμελίωσης, όπου απαιτείται, εδράζονται επί πασσάλων, ενώ στους πύργους των γραφειακών χώρων των Τμημάτων έχει γίνει χρήση εφεδράνων για απορρόφηση της σεισμικής ενέργειας. Το σύστημα κλιματισμού συνδέεται με το κεντρικό σύστημα της Πανεπιστημιούπολης και χρησιμοποιεί σύγχρονες μεθόδους εξοικονόμησης ενέργειας, υποβοηθούμενο και από το γεωθερμικό σύστημα που αναπτύσσεται κυρίως κάτω από την πλάκα θεμελίωσης. Από ενεργειακή άποψη, η πλειονότητα των κτηρίων επιτυγχάνει την κατηγορία Α και, υπό προϋποθέσεις, την κατηγορία Α+, λαμβανομένης υπόψη και της συμβολής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως τα φωτοβολταϊκά και τα γεωθερμικά συστήματα.
Στο συγκρότημα έχουν χρησιμοποιηθεί βασικά υλικά, όπως εμφανές επεξεργασμένο ή μη σκυρόδεμα, χάλυβας, γυαλί σε διάφορους τύπους και επίπεδα διαφάνειας, ξύλο, φυσικό μάρμαρο, φυσικός ή τεχνητός γρανίτης, καθώς και συμπαγή ή διάτρητα φύλλα αλουμινίου και ορειχάλκου, συνθέτοντας ένα σύγχρονο και υψηλής ποιότητας αρχιτεκτονικό αποτέλεσμα.
Εμβαδόν Κτηριακής Υποδομής
Το μεικτό συνολικό εμβαδόν του κτηριακού συγκροτήματος ανέρχεται περίπου στα 35.000 τ.μ.
Περίοδος Κατασκευής Έργου
Ο σχεδιασμός του έργου συμπληρώθηκε το 2015 και στη συνέχεια προκηρύχθηκε Ανοικτός Ευρωπαϊκός Διαγωνισμός για την ανέγερσή του. Για την Κυρίως Εργολαβία υποβλήθηκαν επτά (7) προσφορές και, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης, το έργο κατακυρώθηκε στην εταιρεία A. Panayides Contracting Limited.
Στις 23 Δεκεμβρίου 2015 υπογράφηκε η συμφωνία σύναψης δημόσιας σύμβασης για την Κύρια Εργολαβία Οικοδομικού Συμβολαίου, ενώ στις αρχές του 2016 υπογράφηκαν και οι συμφωνίες για τις Διορισμένες Υπεργολαβίες Μηχανολογικών και Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων. Οι κατασκευαστικές εργασίες ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2016 και ολοκληρώθηκαν τον Ιούνιο του 2025.
Εργολήπτες Έργου
Η εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης των Νέων Κτηριακών Εγκαταστάσεων της Πολυτεχνικής Σχολής, έχει ανατεθεί στους πιο κάτω:
Κύριος Εργολάβος: A. Panayides Contracting Limited
Υπεργολάβος Ηλεκτρολογικών Εργασιών: Telmen Ltd – A. Eracleous Ltd Joint Venture
Υπεργολάβος Μηχανολογικών Εργασιών: Telmen Ltd
Υπεργολάβος Ανελκυστήρων: ΚΟΝΕ Elevators Cyprus Ltd
Το Έργο που αφορά στα Ερευνητικά Εργαστήρια της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου, στοχεύει στη δημιουργία υποδομών για ενίσχυση της ερευνητικής δυναμικότητας της χώρας. Το Έργο συγχρηματοδοτήθηκε από τα Ταμεία Πολιτικής Συνοχής της ΕΕ και συγκεκριμένα από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης.




